ΕΤΑΙΡΙΚΗ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΕΥΘΥΝΗ:

ΟΙ Μ.Κ.Ο. ΣΥΜΜΑΧΟΙ ΣΤΗΝ ΑΝΑΠΤΥΞΗ ΤΗΣ

Φαντάζει αξιοπερίεργο μέσα στα σημερινά πλαίσια του ακραίου και παγκοσμιοποιημένου ανταγωνισμού για κέρδη των μεγάλων Πολυεθνικών Εταιρειών, με τις συνεχείς μετεγκαταστάσεις βιομηχανιών για αξιοποίηση του χαμηλού εργατικού κόστους και τις απολύσεις χιλιάδων ειδικευμένων εργαζομένων, την άνευ όρων αξιοποίηση των πρώτων υλών, των σκανδάλων τύπου Enron, να μιλάει κανείς για Εταιρική Κοινωνική Ευθύνη (ΕΚΕ). Φαντάζει ακόμη πιο αξιοπερίεργο να βλέπει κανείς  τις μεγαλύτερες Διεθνείς Μ.Κ.Ο., ιδίως οικολογικού χαρακτήρα, που ήταν και οι πιο ριζοσπαστικοί κριτές της αντιοικολογικής δράσης των μεγάλων καπιταλιστικών επιχειρήσεων, να προωθούν ταυτόχρονα την Ε.Κ.Ε. ως μια κρίσιμη παράμετρο για την διάσωση του περιβάλλοντος.

Στην πραγματικότητα, δεν υπάρχει τίποτα το αξιοπερίεργο. Στον πραγματικό κόσμο συνυπάρχουν, αλληλοσυμπλέκονται και μετασχηματίζονται και οι δύο τάσεις. Το αποδεικνύει το χαρακτηριστικό παράδειγμα της Shell, μιας από τις μεγαλύτερες εταιρείες πετρελαιοειδών στον κόσμο, που το 1995 προσπάθησε, στα πλαίσια μιας επιθετικής υπεροψίας για μεγιστοποίηση των κερδών, τη βύθιση της πετρελαϊκής  πλατφόρμας του Brent Spar στον Ατλαντικό. Αντιμετώπισε τη διαμαρτυρία της Greenpeace, με αποτέλεσμα η διαμάχη αυτή να γίνει από τις βασικές αιτίες διάδοσης της Ε.Κ.Ε. Πρόκειται για το νόμο των «μη εσκεμμένων συνεπειών» (unintended consequences). Η Shell δεν είχε καταλάβει ότι βρισκόταν ήδη σε έναν καινούργιο κόσμο στον οποίο είχαν αναπτυχθεί οι Μ.Κ.Ο. της νέας κοινωνίας πολιτών ήδη από την δεκαετία του ΄80. Πλήρωσε το λάθος της με δυσφήμιση της δημόσιας εικόνας της.

Η κοινωνία πολιτών και ιδίως οι οικολογικές Μ.Κ.Ο., κατάλαβαν ότι αντί να καταγγέλλουν γενικόλογα τον «καπιταλισμό που ρυπαίνει» ήταν πιο αποδοτικό - εφόσον ο σκοπός ήταν η άμεση προστασία του περιβάλλοντος - να αξιοποιήσουν τα υπεροπτικά «λάθη» των εταιρειών, εξαναγκάζοντάς τες να αλλάξουν την επιχειρηματική τους πρακτική εδώ και τώρα. Με την εξοικονόμηση ενέργειας, την συνεισφορά στην έρευνα εναλλακτικών πηγών, την επίλυση των κοινωνικών προβλημάτων (εξωτερική πλευρά της Ε.Κ.Ε.) αλλά και την καλύτερη μεταχείριση των εργαζομένων (εσωτερική πλευρά Ε.Κ.Ε.). Μια πολύ εύστοχη διατύπωση αυτής της φιλοσοφίας αποτελεί η δήλωση του Dr. Robin Pellow, Διευθυντή της WWF - Αγγλίας: «Την ίδια ώρα που οι επιχειρήσεις αποτελούν τη μεγαλύτερη μεμονωμένη απειλή για το φυσικό κόσμο, μπορούν επίσης να αποτελέσουν το μεγαλύτερο σύμμαχό μας στην αποστολή μας να τον προστατεύσουμε».

Αυτή η αμοιβαία προσαρμογή αντιλήψεων τμήματος του επιχειρηματικού κόσμου αλλά και των Μ.Κ.Ο., οδήγησε στην ανάπτυξη της Ε.Κ.Ε. και στον εμπλουτισμό των έως τα τώρα μονοσήμαντα τριγωνικών σχέσεων ανάμεσα στο Κράτος, την Αγορά και την Κοινωνία Πολιτών. Παρότι στην εξέλιξη αυτή εμπεριέχονται αρκετοί  κίνδυνοι (εξάρτηση και απώλεια αυτονομίας των Μ.Κ.Ο., η Ε.Κ.Ε. ως «πρόσχημα» διαφήμισης από τις επιχειρήσεις, υποβάθμιση του αναγκαίου ρόλου του κράτους, κ.ά.), η ανάπτυξή της σε υγιείς βάσεις αποτελεί ένα κρίσιμο πεδίο δράσης για την Κοινωνία Πολιτών. Αλλά ας πάρουμε τα πράγματα με τη σειρά. Πρώτον, η Ε.Κ.Ε. είναι ήδη μια υπαρκτή πρακτική και όχι απλά μια ιδέα ή έννοια.

Εταιρική Κοινωνική Ευθύνη: μια καινοτομική πρακτική με κινδύνους

Υπάρχουν πολλές μορφές υλοποίησης της εταιρικής κοινωνικής ευθύνης από τις επιχειρήσεις που επιλέγουν να την υιοθετήσουν. Πρώτη μορφή, η πιο απλή και παραδοσιακή εκδοχή της ΕΚΕ που προσομοιάζει στο «φιλανθρωπικό» ή «πατερναλιστικό» μοντέλο που είχαν αναπτύξει μερικές μεγάλες καπιταλιστικές επιχειρήσεις ήδη από τον 19ο αιώνα. Αντιστοιχεί στην απευθείας κοινωνική παροχή κυρίως στις περιοχές ύπαρξης των εργοστασίων ή στην πρόσδεση του ονόματος της επιχείρησης στην διεκπεραίωση ενός κοινωνικού φιλανθρωπικού έργου. Ή επίσης την ίδρυση ενός Ιδρύματος - με οικογενειακά χαρακτηριστικά και ονομασία - για την προώθηση ενός κοινωνικού σκοπού. Αυτές οι πρακτικές υφίστανται και αναπτύσσονται ακόμη (βλέπε Ίδρυμα Μπιλ και Μελίντας Γκέιτς της Microsoft). Η δεύτερη μορφή περιλαμβάνει και τις πιο νεωτερικές πρωτοβουλίες μονομερούς αυτοδέσμευσης των επιχειρήσεων στην τήρηση συγκεκριμένων περιβαλλοντικών, κοινωνικών και οικονομικών προϋποθέσεων. Τέτοιου είδους πρακτικές οριοθετούν τις σύγχρονες μορφές εταιρικής κοινωνικής ευθύνης και αποτελούν το βασικό μέτωπο ανάπτυξης της σε διεθνές και εθνικό επίπεδο την τελευταία δεκαετία.

Η αυτοδέσμευση των επιχειρήσεων ακόμη και αν γίνεται για επικοινωνιακούς ή διαφημιστικούς στόχους παρουσιάζει μερικούς ιδιαίτερους κινδύνους για τις ίδιες. Όχι μόνο περιορίζει την ευχέρεια αξιοποίησης του χαμηλού εργατικού κόστους στις αναπτυσσόμενες χώρες (Nike, Benetton) αλλά αυξάνει επίσης τις απαιτήσεις για την ποιότητα και τις επιπτώσεις στο περιβάλλον, την υγεία και την ασφάλεια των καταναλωτών από ενδεχόμενες παθογενείς επιπτώσεις των παραγομένων προϊόντων. Οι κλυδωνισμοί ολόκληρων βιομηχανικών κλάδων όπως η βιομηχανία ατομικής ενέργειας, η βιομηχανία τροφίμων («τρελές αγελάδες» - Διοξίνη πουλερικών), η βιομηχανία καπνού, οινοπνευματωδών ποτών και προσφάτως η συζητούμενη επιρροή της ηλεκτρομαγνητικής ακτινοβολίας στην κινητή τηλεφωνία αναδεικνύουν με τον πιο χαρακτηριστικό τρόπο τα κρίσιμα διλήμματα των σύγχρονων επιχειρήσεων. Εάν υιοθετήσουν την ΕΚΕ αυξάνουν το κόστος παραγωγής και γίνονται βραχυπρόθεσμα πιο ευάλωτες επικοινωνιακά σε περίπτωση απρόβλεπτου κινδύνου, εάν όμως αδιαφορήσουν κινδυνεύουν με ολική κατάρρευση. Ζούμε στην εποχή της Διακινδύνευσης (risk society) όπως τονίζει ο γερμανός κοινωνιολόγος Ulrich Beck όπου οι ανθρωπογενείς τεχνολογικοί κίνδυνοι έχουν πολλαπλασιαστεί αυξάνοντας την αβεβαιότητα του συστήματος και προκαλώντας την ανάδυση κινημάτων της κοινωνίας πολιτών για την προστασία της ζωής και της φύσης δίπλα από τους παραδοσιακούς παίκτες του πολιτικού συστήματος. Σ' αυτές τις συνθήκες η επιχειρηματική στρατηγική του κέρδους αν δεν προσαρμοσθεί αντιμετωπίζει κινδύνους ξαφνικής διάλυσης. Μια τρίτη, και πιο καινοτομική μορφή προώθησης της εταιρικής κοινωνικής ευθύνης αποτελούν οι Συμπράξεις του Ιδιωτικού Τομέα με τις ΜΚΟ στην βάση ενός κοινού προγράμματος κοινωφελούς χαρακτήρα. Οι επιχειρήσεις χρηματοδοτούν το πρόγραμμα ενώ οι ΜΚΟ αναλαμβάνουν τον ρόλο είτε του φορέα υλοποίησης του προγράμματος είτε του «έντιμου διαμεσολαβητή» (honest broker)  στην κινητοποίηση άλλων φορέων ή τοπικών ΜΚΟ κυρίως στις φτωχές ή αναπτυσσόμενες χώρες.

Συμπράξεις Ιδιωτικού Τομέα με ΜΚΟ

Η καινοτομία των Συμπράξεων βρίσκεται στο ότι εμπλουτίζουν τα εργαλεία διεκπεραίωσης του κοινωφελούς έργου προσφέροντας ευελιξία και πόρους στις ΜΚΟ αποδεσμεύοντας εν μέρει τις τελευταίες από την αποκλειστική εξάρτηση από κρατικά ή διακυβερνητικά κονδύλια για την προώθηση μεγάλων κοινωνικών προγραμμάτων. Έχει αποδειχθεί ότι η απευθείας χρηματοδότηση από τους πολίτες προς τις ΜΚΟ μπορεί να καλύψει μέρος μόνο του κόστους ανθρωπιστικών ή κοινωνικών προγραμμάτων και αυτό μόνον σε εξαιρετικές περιπτώσεις ( Τσουνάμι ΝΑ Ασία). Η «επιστροφής την κοινωνία» μικρού μέρους των επιχειρηματικών κερδών διαμέσου της εταιρικής κοινωνικής ευθύνης κερδίζει άλλωστε έδαφος ακόμη και στις τάξεις των ηγετικών ομάδων του επιχειρηματικού κόσμου. Αυτή η πρακτική δεν πρέπει βεβαίως να αποτελέσει άλλοθι για απόσυρση των εθνικών κρατών (κύριους αποδέκτες των χρημάτων των φορολογουμένων) από τα κοινωνικά προγράμματα που διεκπεραιώνουν οι ΜΚΟ αλλά αντιθέτως εφαλτήριο για την γενικότερη προώθηση των Συμπράξεων με όλες τις δυνατές μορφές τους (Κράτους - ΜΚΟ, Ιδιωτικού Τομέα - ΜΚΟ, Κράτους - Ιδιωτικού Τομέα - ΜΚΟ) ως βασικά εργαλεία ενός σύγχρονου μοντέλου Διακυβέρνησης τον 21ο αιώνα. Ενώ την τελευταία 15ετία έχουν προωθηθεί διεθνώς οι ιδιωτικοποιήσεις κρατικών επιχειρήσεων και οι Συμπράξεις Δημοσίου-Ιδιωτικού Τομέα (τα λεγόμενα ΣΔΙΤ που ακόμα εκκρεμούν στην χώρα μας) οι σύγχρονες ανάγκες των πολύπλοκων κοινωνιών στα πλαίσια της παγκοσμιοποίησης επιβάλλουν πολύμορφες Συμπράξεις και συνεργασίες. Έτσι, το γεγονός ότι υπάρχουν ήδη πολλές επιτυχείς συμπράξεις Ιδιωτικού Τομέα - ΜΚΟ σε διεθνές κυρίως επίπεδο ανάμεσα σε πολυεθνικές εταιρείες με διεθνείς ΜΚΟ, αποκτά μια ιδιαίτερη σημασία με γενικότερες επιπτώσεις. Αυτό που έχει εμφανισθεί στο μέγα-επίπεδο μπορεί να διευρυνθεί και στο μικρο-επίπεδο των επιμέρους χωρών.

Μια συνοπτική απαρίθμηση τέτοιων συμπράξεων αναδεικνύει το «κρυμμένο» δυναμικό αυτής της μορφής υλοποίησης της ΕΚΕ.

Ø Αρχίζοντας το 2003 με μία στρατηγική φιλανθρωπική πρωτοβουλία που είχε στόχο την ευαισθητοποίηση των υπαλλήλων της σε περιβαλλοντικά θέματα, η Βρετανική HSBC άρχισε πενταετή συνεργασία με την WWF ύψους 18.4 εκατ. δολαρίων με στόχο αφενός την εξέταση των περιβαλλοντικών στρατηγικών της τράπεζας, αφετέρου την συμμετοχή σε έργα της WWF στη διαχείριση του νερού.

Ø Η βρετανική εταιρία διανομής γκαζιού και ηλεκτρισμού Npower συνεργάστηκε με την Greenpeace για την παραγωγή προϊόντος καθαρής ηλεκτρικής ενέργειας που προοπτικά θα εφοδιάσει 50.000 πελάτες.

Ø Το 1996 η Unilever σε συνεργασία με την WWF δημιούργησαν ένα πρόγραμμα πιστοποίησης προϊόντων βιώσιμης αλιείας που ονομάζεται Marine Stewardship Council.

Ø H Kraft Foods από το 2003 συνεργάζεται με την Rainforest Alliance η οποία και συντονίζει πρόγραμμα πιστοποίησης γεωργικών και δασικών προϊόντων από ΜΚΟ.

Ø Στο Μεξικό το 1995 η Junior League of Mexico City ξεκίνησε πρόγραμμα ανακύκλωσης προϊόντων συσκευασίας το «Ανακυκλωμένο από την Φύση (Reciclable por Naturaleza) » σε συνεργασία με περιβαλλοντικές οργανώσεις, σούπερ-μάρκετ και ιδιωτικές εταιρίες παραγωγής προϊόντων συσκευασίας.

Ø Στην Κολομβία ιδιωτικές εταιρίες όπως η General Medica, πωλήσεων ιατρικού εξοπλισμού και η Johnson and Johnson επιδίωξαν να συμμετάσχουν στο Κέντρο Διαχείρισης Νοσοκομείων (CGH), ένα φόρουμ όπου συμμετέχοντες από διαφορετικούς τομείς συμβάλλουν στην βελτίωση του τομέα υγείας της Κολομβίας.

Μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα απόχρωση αυτών των Συμπράξεων με θετικές επιπτώσεις στην απασχόληση αλλά και την μετεξέλιξη των ευρωπαϊκών κοινωνιών προς το μοντέλο των σύγχρονων κοινωνιών της Γνώσης αποτελεί η προώθηση της πράσινης επιχειρηματικότητας (νέες επιχειρήσεις ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, αγροτουρισμός κα) διαμέσου ειδικών χρηματοδοτικών εργαλείων (venture capital) και στα πλαίσια της ΕΚΕ επιχειρήσεων που δραστηριοποιούνται σε διαφορετικούς τομείς. Επίσης η στήριξη της κοινωνικής επιχειρηματικότητας  (βλέπε Πλαίσιο «Κοινωνική Οικονομία») από κοινού με δημόσιους φορείς και ΜΚΟ. Με λίγη φαντασία, καλή θέληση και συνεργασία οι υπάρχουσες λύσεις είναι πολλές. Αυτονόητος και απαραβίαστος όρος βέβαια για την εμπλοκή των ΜΚΟ σε παρόμοια σχήματα είναι η απόλυτη και εκ των προτέρων συμφωνημένη εξασφάλιση της ανεξαρτησίας τους και η έμπρακτη άσκησή τους στο μέτρο που χρειαστεί απέναντι και στις συνεργαζόμενες επιχειρήσεις. Η ως τα τώρα πρακτική αποδεικνύει ότι ο κίνδυνος αυτός αντιμετωπίζεται από τις ΜΚΟ με επιτυχία.

Αυξάνονται όμως και για τις ΜΚΟ οι απαιτήσεις για διαφάνεια, δημοκρατική λειτουργία, Λογοδοσία, πιστοποίηση και σωστό συνδυασμό αυτού του κοινωφελούς μείγματος «ερασιτεχνικού» επαγγελματισμού που πρέπει να διακρίνει την δράση τους. Οι ΜΚΟ δεν βρίσκονται πια στο απυρόβλητο. Οι ευθύνες τους έχουν πολλαπλασιαστεί. Αποκρούοντας τις υποκριτικές και άδικες κριτικές μιας γενικευμένης καχυποψίας που προέρχονται από τον κυρίαρχο πολιτικό κυνισμό ή έχουν ιδεολογικό χαρακτήρα (ο καθόλα έγκυρος "Economist" έχει πυκνώσει τις κριτικές του) οφείλουν παρόλα αυτά να είναι οι πρωταγωνιστές ενός νέου ήθους Λογοδοσίας και Διαφάνειας στηριγμένου στην πλούσια κοινωφελή δράση τους.

Η εσωτερική πλευρά της ΕΚΕ

Η τέταρτη μορφή ανάπτυξης της εταιρικής κοινωνικής ευθύνης αφορά την ανάπτυξη μιας νέας σχέσης της επιχείρησης με τους εργαζομένους και τα στελέχη της στα πλαίσια μιας νέας φιλοσοφίας μερικού «εκδημοκρατισμού» της επιχείρησης που θεωρείται πλέον ως κόμβος κοινωνικής συνεργασίας με τους συμμετέχοντες (stakeholders) δηλαδή τους προμηθευτές, τους εργαζόμενους, τους πελάτες, την τοπική κοινωνία κλπ. Ανάλογα με την γενικότερη στρατηγική μάνατζμεντ της εταιρεία ο κρίσιμος ρόλος δίνεται σε έναν ή περισσότερους παράγοντες. Η «πελατοκεντρική» στρατηγική τονίζει τις σχέσεις με του πελάτες, η «ανθρωπιστική» σχολή του Ανθρώπινου Κεφαλαίου (Human Resourcess) στους εργαζόμενους κ.ο.κ. Στην πράξη υιοθετείται ένα μείγμα των παραπάνω. Παρόμοιες πρωτοβουλίες για την «εσωτερική πλευρά της Ε.Κ.Ε.» καταγράφονται για παράδειγμα στη λίστα με τις επιχειρήσεις με το Καλύτερο Εργασιακό Περιβάλλον (Best Workplaces) που συντάσσεται και δημοσιεύεται κάθε χρόνο από το The Great Place to Work Institute που ιδρύθηκε το 1991 από τον Robert Levering στις ΗΠΑ. Σήμερα τέτοιες κατατάξεις παράγονται από 23 χώρες διεθνώς συμπεριλαμβανομένης της Ε.Ε. (όπου η πρώτη τέτοια λίστα ανακοινώθηκε το 2003) και της Ελλάδας όπου το 2005 τις τρεις πρώτες θέσεις κατείχαν η Unilever Hellas, η ΕΛΑΪΣ και η SC Johnson Hellas. Οι φορείς του διαγωνισμού θεωρούν ότι ο στόχος της αύξησης του κέρδους είναι συμβατός με αυτόν της δημιουργίας ενός καλού εργασιακού περιβάλλοντος όπου οι εργαζόμενοι «εμπιστεύονται τους προϊσταμένους τους, είναι περήφανοι γι' αυτό που κάνουν και έχουν ευχάριστες σχέσεις με τους συναδέλφους τους».

Δειλά αλλά σταθερά βήματα

Η ΕΚΕ σημειώνει δειλά αλλά σταθερά βήματα παγκοσμίως αλλά και στην Ελλάδα. Στοιχεία πρόσφατης έρευνας της KPMG συνηγορούν στην αντίληψη ότι η Ε.Κ.Ε. είναι μια βαθύτερη τάση και όχι ένα περιστασιακό τέχνασμα ή τακτική. Η έρευνα έδειξε ότι η υποστήριξη για την ΕΚΕ των μεγάλων επιχειρήσεων διεθνώς κάθε άλλο παρά μειώνεται με την επιδείνωση του επιχειρηματικού κλίματος. Το ποσοστό των επιχειρήσεων από τις ανώτερες 250 στον κατάλογο των 500 του Fortune που δημοσιεύουν χωριστούς κοινωνικούς απολογισμούς ανέρχεται σε 52% από 45% που ήταν πριν από τρία χρόνια. Επί πλέον εμφανίζεται αύξηση στα στοιχεία που δημοσιεύουν, ενώ δηλ. στο παρελθόν περιορίζονταν στα περιβαλλοντικά θέματα τώρα αγγίζουν και τα εργασιακά και τα θέματα που σχετίζονται με τις τοπικές κοινότητες. Η έρευνα χαρακτηριστικά αναφέρει «Όλο και περισσότερες επιχειρήσεις (και stakeholders) πιστεύουν ότι η μακροχρόνια επιχειρηματική επιτυχία δεν εξαρτάται μόνο από τις οικονομικές αλλά και από τις περιβαλλοντικές και κοινωνικές επιδόσεις μιας εταιρίας». Η ΕΚΕ διαχέεται επίσης και στην Ελλάδα. Ήδη από τον Ιούνιο του 2000 ιδρύθηκε το Ελληνικό Δίκτυο για την Εταιρική Κοινωνική Ευθύνη του οποίου ιδρυτικά μέλη ήταν τρεις συλλογικοί επιχειρηματικοί φορείς (Σ.Ε.Β., Ε.Β.Ε.Α. και Σ.Β.Β.Ε.) και δεκατρείς επιχειρήσεις ενώ σήμερα απαριθμεί 75 μέλη.  Στόχοι του Δικτύου είναι η προώθηση της έννοιας της Κοινωνικής Ευθύνης των επιχειρήσεων και η προαγωγή της ιδέας της Κοινωνικής Συνοχής στην Ελλάδα. Το Δίκτυο είναι επίσης μέλος, ως εθνικός εταίρος, του Ευρωπαϊκού Δικτύου για την Εταιρική Κοινωνική Ευθύνη (Corporate Social Responsibility - CSR Europe). Την ίδια στιγμή έχουν πολλαπλασιαστεί τα συνέδρια και οι αναφορές στον ημερήσιο τύπο για την Ε.Κ.Ε. (Το παράδειγμα της «Καθημερινής» είναι αξιοσημείωτο). Τα παραδείγματα μεγάλων εταιριών που επιδεικνύουν κοινωνική υπευθυνότητα όλο και αυξάνονται: Μεγάλη πολυεθνική ιδιωτική Τράπεζα υπερβαίνει τα προβλεπόμενα από τον νόμο παρέχοντας στους υπαλλήλους της ειδικά επιδόματα (μητρότητας, παιδικού σταθμού, γάμου, αποφοίτησης κλπ), 15ο μισθό, χρηματοδοτούμενες ασφάλειες ζωής και οργάνωση ψυχαγωγικών και άλλων εκδηλώσεων, συχνή επικοινωνία στελεχών-εργαζομένων κλπ.

Οι εταιρείες κινητής τηλεφωνίας αναπτύσσουν σημαντικά κοινωνική δραστηριότητα ενώ οι Τράπεζες και δειλά-δειλά κάποιες ΔΕΚΟ αρχίζουν να συντάσσουν κάποιους κοινωνικούς απολογισμούς (π.χ. η Εμπορική Τράπεζα από το 2002) ή να οργανώνουν πολύμορφες πολιτιστικές ή εκπαιδευτικές δράσεις (Εθνική, Eurobank, Πειραιώς). Σε άλλες Τράπεζες, όπως στην Αγροτική Τράπεζα/ATE Bank, δίνονται σημαντικές παροχές όπως το βρεφονηπιακό επίδομα, συμβάσεις συνεργασίας με βρεφονηπιακούς σταθμούς, κατασκηνώσεις, κ.ά. Όμως αυτές οι πρωτοβουλίες παροχών αν και αποτελούν «οικειοθελείς» δαπάνες της Α.Τ.Ε, δεν αναγνωρίζονται ακόμη ως πολιτικές Ε.Κ.Ε. Υπάρχει βεβαίως ένας μικρός πυρήνας μεγάλων ελληνικών επιχειρήσεων που στάθηκαν πρωτοπόρες (π.χ. ΤΙΤΑΝ) αλλά η μεγάλη ώθηση προήλθε τα τελευταία χρόνια από θυγατρικές πολυεθνικών επιχειρήσεων.

Η ΕΚΕ βρίσκεται σήμερα στην Ελλάδα σε ένα σταυροδρόμι. Δεν είναι τυχαίο ότι τα αποτελέσματα δύο πρόσφατων ερευνών  καταδεικνύουν την έλλειψη εμπιστοσύνης του κοινού προς τον ιδιωτικό τομέα. Έρευνα της Tradelink δίνει ποσοστό μόλις 4% σ'αυτούς που εμπιστεύονται την πληροφόρηση που προέρχεται από τις εταιρίες εν αντιθέσει με το 44% αυτών που εμπιστεύονται τις ΜΚΟ. Εξάλλου, σε έρευνα της MEDA της ίδιας περιόδου έξι στους δέκα πολίτες δηλώνουν ότι δεν γνωρίζουν το κοινωνικό έργο των επιχειρήσεων. Ο ρόλος του τύπου αλλά και των ΜΚΟ μπορεί να είναι καθοριστικός στην δημιουργική προώθηση της ΕΚΕ μέσα από μια έντιμη και ειλικρινή συνεργασία με τους επιχειρηματικούς συλλογικούς φορείς που ενδιαφέρονται για την αξιόπιστη εφαρμογή της.

Εάν στα παραπάνω περιγράψαμε τις βασικές μορφές εξάπλωσης της ΕΚΕ στην πράξη εξίσου σημαντική παράμετρος είναι και η συζήτηση που αφορά τα αίτια, τις πρακτικές και την νομιμοποίηση της ΕΚΕ στον σύγχρονο κόσμο. Ένας μεγάλος δημόσιος διάλογος με διεθνείς διαστάσεις έχει ήδη ξεκινήσει και όλες οι σημαντικές ΜΚΟ συμμετέχουν σ' αυτόν. Θεωρούμε  χρήσιμη την συνοπτική διατύπωση των επιχειρημάτων υπέρ ή κατά διατυπώνοντας παράλληλα στο συμπέρασμα την δική μας επιλογή στάσης.

Γιατί κάποιες επιχειρήσεις επιλέγουν να είναι κοινωνικά υπεύθυνες;

Δεν υπάρχει μονοσήμαντη απάντηση στο ερώτημα. Εμπειρικά φαίνεται ότι υπάρχει μια αλυσίδα αιτίων.

Γιατί δεν μπορούν να κάνουν αλλιώς εξαιτίας της πίεσης της  κοινής γνώμης και της οργανωμένης κοινωνίας πολιτών (π.χ. Shell, Nike,). Όσον αφορά την θέσπιση αρχών και προτύπων λογοδοσίας για τις επιχειρήσεις, οι Μ.Κ.Ο. έχουν εργαστεί ακούραστα προς αυτή την κατεύθυνση την τελευταία δεκαετία. Ήδη το 1998 είχαν καταγραφεί σαράντα-επτά τέτοιες πρωτοβουλίες. Στις εργασίες του Φόρουμ για την Ε.Κ.Ε. (1), στο οποίο συμμετείχε η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ως προεδρείο, τονίστηκε σε ανακοίνωση των συμμετεχόντων Μ.Κ.Ο. ότι για να γίνει πράξη η Ε.Κ.Ε., πρέπει να βασισθεί σε διεθνώς αποδεκτές αρχές και πρότυπα λογοδοσίας.

Ø η υιοθέτηση εκ μέρους του ΟΗΕ (Global Compact) και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής: κατευθυντήριων οδηγιών εθελοντικής προσαρμογής των επιχειρήσεων στην αρχή της ΕΚΕ (αρχή προφύλαξης για το περιβάλλον, γενετικά τροποποιημένοι οργανισμοί , φθηνά φάρμακα σε αναπτυσσόμενες χώρες, ανθρώπινα δικαιώματα κ.α.).

Ø η υιοθέτηση εκ  μέρους των επιχειρήσεων νέων Θεωριών Management του ρόλου της «φήμης» και των «πελατοκεντρικών συστημάτων» είτε ως προσπάθεια «ιδεολογικής νομιμοποίησης του Καπιταλισμού» (βλ. άρθρο Σ. Κονιόρδου), είτε ως εγχείρημα αύξησης της οικονομικής αποδοτικότητας.

Ø η αίσθηση της κρίσης του σημερινού μοντέλου λειτουργίας των καπιταλιστικών επιχειρήσεων. Οι Maxim και Zuboff (2) υποστηρίζουν ότι τα τελευταία 50 χρόνια έχει αναδυθεί μία νέα κοινωνία ατόμων με νέες επιθυμίες, ενδιαφέροντα και ικανότητες που διαφέρει δραστικά από το μαζικό παθητικό καταναλωτικό κοινό των προηγούμενων δεκαετιών. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα  τα άτομα αυτά να απογοητεύονται συνεχώς από τις εμπειρίες τους ως καταναλωτές και εργαζόμενοι σε επιχειρήσεις, που έχουν παραμείνει απόμακρες και αδιάφορες σε αυτή την αλλαγή. Στο σημερινό περιβάλλον ισχυρίζονται οι συγγραφείς υπάρχει η δυνατότητα να συγκλίνουν οι τρεις συνθήκες που θα επιφέρουν τη νέα περίοδο στην εξέλιξη του καπιταλισμού: α) Νέες ανθρώπινες επιθυμίες που δημιουργούν καινούργια αντίληψη στην κατανάλωση και νέα είδη αγορών β) Τεχνολογίες ικανές να αντιμετωπίσουν τις απαιτήσεις των νέων αγορών και γ) νέα επιχειρηματική νοοτροπία που μπορεί να συνδέσει εργαζόμενους, τεχνολογίες και αγορές με νέους τρόπους άρθρωσης.

Ø η ανάπτυξη αντιτιθέμενων μοντέλων επιχειρηματικού καπιταλισμού. Το ένα μοντέλο συνεχίζει το κυρίαρχο παραδοσιακό μοντέλο άμεσης μεγιστοποίησης των κερδών διαμέσου της συνεχούς μείωσης του κόστους με συνεχή κύματα απολύσεων «περιττών» εργαζομένων (maximize profit, reengineering). Το άλλο προωθεί τις νέες αντιλήψεις για τη δράση των επιχειρήσεων με κοινωνική ευθύνη και τονίζει συγκεκριμένα το όφελος που θα προκύψει μεσοπρόθεσμα από τις στενές σχέσεις συνεργασίας με τους stakeholders.  O Laszlo (3) υποστηρίζει ότι οι επιχειρήσεις που παράγουν ωφέλεια για τους άμεσα συμμετέχοντες τους (stakeholders) επιτυγχάνουν τελικά την βιωσιμότητα. Η κακή φήμη προκαλεί ζημιογόνες δράσεις, που μπορεί να προέλθουν από τους μετόχους, εργαζόμενους, πελάτες, γείτονες ή τις Μ.Κ.Ο.

Ø στην προσωπική ηθική των ηγετών και στελεχών του ιδιωτικού τομέα

Ø στην πίεση για μεγαλύτερη και πιο διαφανή λογοδοσία των επιχειρήσεων σε θέματα εταιρικής διακυβέρνησης.

Γιατί οι επιχειρήσεις είναι δύσκολο να είναι πραγματικά κοινωνικά υπεύθυνες;

Τα επιχειρήματα βεβαίως εναντίον της αντίληψης περί κοινωνικής υπευθυνότητας των επιχειρήσεων δεν λείπουν. Η συντηρητική άποψη, που αντιπροσωπεύεται από τον Economist ισχυρίζεται μεταξύ άλλων ότι: α) Η αναζήτηση του κέρδους προωθεί από μόνη της το δημόσιο καλό και δεν χρειάζονται ειδικές προσπάθειες να αποδοθεί κάτι πίσω στην κοινωνία ως αντιστάθμισμα και β) οι επιχειρήσεις πρέπει να επικεντρωθούν σε αυτό που κάνουν καλλίτερα, δηλαδή στον ανταγωνισμό για μεγαλύτερο μερίδιο αγοράς και στη μεγιστοποίηση της απόδοσης που αποδίδουν στους μετόχους τους, χωρίς να αποσπώνται από περιβαλλοντικές ή κοινωνικές φροντίδες οι οποίες ούτως ή άλλως θα έπρεπε να απασχολούν αποκλειστικά τις κυβερνήσεις.

Η ΕΚΕ δέχεται όμως πιέσεις και από τα «αριστερά» βάσει του ισχυρισμού ότι η απουσία ηθικής στην λογική του κέρδους, σε συνδυασμό με την τεράστια ικανότητα των επιχειρήσεων για καταστροφική δράση σε παγκόσμιο επίπεδο καθιστούν αδιανόητη την θέση ότι μπορούν να αυτορρυθμίσουν  την συμπεριφορά τους σε μία επωφελή για την κοινωνία κατεύθυνση. Επέκταση της δεύτερης λογικής είναι και η αντίληψη ότι αποτελεσματική πίεση μπορεί να  προέλθει κυρίως, αν όχι αποκλειστικώς, από αυστηρότερη νομοθεσία και κυβερνητικές πρωτοβουλίες. Τελικά όμως ,οι περισσότεροι συγκλίνουν σε μία μεικτή αντιμετώπιση σ΄αυτό το θέμα: με ένα τμήμα κρατικής ρύθμισης και νομοθεσίας και ένα τμήμα αυτορρύθμισης από της ίδιες τις εταιρίες, στην αποτελεσματικότητα της οποίας συντελεί και η δράση των ΜΚΟ.  

Επιθέσεις όμως δέχονται και οι ΜΚΟ από αυτούς που ισχυρίζονται ότι και αυτές χρειάζεται να λογοδοτούν για τις δράσεις τους ώστε να μην παρουσιάζονται φαινόμενα παραποίησης γεγονότων ή εντυπωσιασμού από μερίδα «κακών» Μ.Κ.Ο. Η άποψη αυτή διατείνεται ότι σε ορισμένες περιπτώσεις οι στόχοι των ακτιβιστικών οργανώσεων επιλέγονται χωρίς να είναι βασισμένες σε πραγματική ανάλυση και ότι γενικά οι Μ.Κ.Ο. «τρέφονται» από την αντιπαράθεση. Εξάλλου, όπως προαναφέραμε, η νομιμοποίηση και η χρηματοδότηση των Μ.Κ.Ο. παραμένουν ανοικτά ζητήματα.

Συμπεράσματα

Η Ε.Κ.Ε. δεν αποτελεί μια ριζική τομή στη λειτουργία του καπιταλισμού και ούτε σηματοδοτεί μια νέα περίοδο στην ιστορία του. Δεν αποτελεί καν μια από τις κεντρικές τάσεις στην ιεράρχηση των προτεραιοτήτων των μεγάλων πολυεθνικών εταιρειών. Αποτελεί περισσότερο μια συμπληρωματική λειτουργία που σταδιακά κατοχυρώνει την παρουσία της στην αντζέντα των μεγάλων εταιριών και η ανάπτυξή της προέρχεται περισσότερο από την αναγκαστική προσαρμογή στις απαιτήσεις της κοινής γνώμης και των Μ.Κ.Ο. παρά σε μια εθελοντική και ενδογενή διαδικασία. Ακόμα και ως δευτερεύουσα, συμπληρωματική λειτουργία όμως ανοίγει ένα νέο ελπιδοφόρο πεδίο κοινωνικά επωφελούς δράσης που σταδιακά θα προκαλέσει ευρύτερη αλλαγή στην επιχειρησιακή λειτουργία και φιλοσοφία με θετικές επιπτώσεις στην καθημερινή ζωή εκατομμυρίων εργαζομένων αλλά και στην προστασία του περιβάλλοντος σε διεθνές και εθνικό επίπεδο. Αυτό και μόνο το γεγονός καθιστά την Ε.Κ.Ε. ένα σημαντικό ζήτημα ενασχόλησης της Κοινωνίας Πολιτών και κάτω από ορισμένες προϋποθέσεις ανεξαρτησίας, λογοδοσίας, ισότιμης συμμετοχής, μπορεί να προσφέρει καινοτομικές μορφές Συμπράξεων σε δεκάδες τομείς. Κάτι τέτοιο θα οδηγήσει σε πολλαπλασιασμό των δυνατοτήτων παρέμβασης των Μ.Κ.Ο. με σχέδια πανεθνικής σημασίας που χωρίς την χορηγική υποστήριξη του Ιδιωτικού τομέα θα ήταν αδύνατον να πραγματοποιηθούν με δεδομένη την γνωστή στενότητα πόρων των Μ.Κ.Ο. και την δυσκολία ή τις στρεβλώσεις της δημόσιας χρηματοδότησης/συνδρομής. Οι τομείς που παρουσιάζουν ανάγκη συμπληρωματικής κοινωφελούς παρέμβασης (κοινωνικός αποκλεισμός, καταπολέμηση ξενοφοβίας - ρατσισμός, πολιτισμός, ανάπτυξη Δημόσιου Διαλόγου για τα Δικαιώματα του Πολίτη, κ.ά) θα ωφεληθούν άμεσα. 

Στην Ελλάδα είμαστε περισσότερο στο επίπεδο των λόγων παρά των έργων, παρότι 30 περίπου μεγάλες επιχειρήσεις έχουν συγκροτήσει μία «νησίδα ποιότητας» με αξιόλογη δράση στην Ε.Κ.Ε. Σε κάθε περίπτωση είναι καλύτερα να υπάρχει έστω και μια μικρή δόση Ε.Κ.Ε. παρά καθόλου. Άλλωστε δεν είναι δυνατόν ως κοινωνία πολιτών να διεκδικούμε μεταρρυθμίσεις στο Κράτος και να αφήνουμε την επιχειρηματική δραστηριότητα στα χέρια της κρατικής ρύθμισης ή στην αποκλειστική ευθύνη των ίδιων των Διοικήσεών τους, τη στιγμή που ισχυριζόμαστε ότι όλα τα ζητήματα πρέπει να μπαίνουν στο φως του ανοικτού Δημόσιου Διαλόγου. Η Ε.Κ.Ε. δεν αφορά μόνον τις ιδιωτικές επιχειρήσεις ή τις ΔΕΚΟ που λειτουργούν με ιδιωτοικονομικά κριτήρια. Αφορά ολόκληρη την κοινωνία και όλους τους πολίτες, εργαζόμενους ή μη. Αυτό είναι το πνεύμα που φέρνει η Κοινωνία Πολιτών τον 21ο αιώνα και γιαυτό είναι σύμμαχος με όποιον προωθεί αυτή την καινοτομική ιδέα.

Κοινωνική Οικονομία

Οι πρωτοβουλίες της κοινωνικής οικονομίας μπορεί να μοιάζουν με κοινωφελείς οργανώσεις αλλά η διαφορά τους είναι ότι δεν στηρίζονται στις παραδοσιακές μεθόδους άντλησης πόρων από δωρεές, επιδοτήσεις κλπ. παρόλο που και αυτές οι πηγές είναι παρούσες στο χρηματοδοτικό μείγμα. Το κοινό γνώρισμά τους είναι ότι επιζητούν το κέρδος με σκοπό να προσφέρουν υπηρεσίες σε αντίθεση με τις παραδοσιακές επιχειρήσεις που προσφέρουν υπηρεσίες με σκοπό να βγάλουν κέρδος. Συχνά οι οργανώσεις της Κοινωνικής Οικονομίας παίρνουν την μορφή συνεργασιών μεταξύ του δημόσιου τομέα, τοπικών επιχειρήσεων και  ΜΚΟ για να αντιμετωπίσουν τα σύγχρονα κοινωνικά προβλήματα όπως τον κοινωνικό αποκλεισμό, την φτώχεια, την εγκληματικότητα, τις μειονότητες, τα ναρκωτικά.

Ο τομέας της κοινωνικής οικονομίας σε Ευρωπαϊκό επίπεδο αντιπροσωπεύει το 8% των επιχειρήσεων και 10% της συνολικής απασχόλησης.  Στην Ελλάδα το ποσοστό των επιχειρήσεων κυμαίνεται στο  2%.(2002)

Οι φορείς που δραστηριοποιούνται στην Κοινωνική Οικονομία είναι διαφόρων ειδών:

α. Επιχειρήσεις συνεταιριστικού τύπου (co-operatives).  Πανευρωπαικά έχουν παρουσία κυρίως στον αγροτικό και τραπεζικό τομέα, στην παραγωγή, στη λιανική πώληση και στις υπηρεσίες

β. Τα διάφορα ταμεία αλληλοβοήθειας (Mutual Societies) με ιδιαίτερη παρουσία στην ασφάλεια υγείας και ζωής, στον τομέα των στεγαστικών δανείων κ. α.

γ. Ενώσεις και Εθελοντικά Σωματεία

δ. Ιδρύματα που χρηματοδοτούν έρευνα, τοπικά, εθνικά ή διεθνή έργα, την εθελοντική εργασία και την φροντίδα ασθενών και ηλικιωμένων.

ε. Κοινωνικές Επιχειρήσεις (Social Enterprises). Παίρνουν διάφορες μορφές και δραστηριοποιούνται κυρίως στους τομείς της κοινωνικής επανένταξης (π.χ.εκπαίδευση ανέργων) στις προσωπικές υπηρεσίες και στην τοπική ανάπτυξη μειονεκτικών περιοχών.

Αγγέλα Μυλωνά και Νίτα Κυριακοπούλου