ΟΙ ΚΙΝΔΥΝΟΙ ΓΙΑ ΤΗΝ

ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΗ ΠΡΑΣΙΝΗ ΑΝΑΠΤΥΞΗ

ΕΝ ΜΕΣΩ ΤΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗΣ ΚΡΙΣΗΣ

Του Γιάννη Ζήση*

Πριν από λίγα χρόνια και ιδιαίτερα στην Ελλάδα ο όρος «πράσινη επιχειρηματικότητα» ήταν στο περιθώριο των όποιων αναφορών και υποδείκνυε μια χαμηλού ενδιαφέροντος και αποδόσεων ζώνη του επιχειρείν. Έχουμε ξεπεράσει πια τη φάση αυτή που οι όποιες αναφορές στην πράσινη ανάπτυξη, την πράσινη επιχειρηματικότητα ή την πράσινη οικονομία αποτελούσαν παράγοντες διαχωρισμού, γεννούσαν σε μερικούς την αίσθηση του ανούσιου και περιορίζονταν στο λεξιλόγιο εκείνων των ΜΚΟ που τις πρότασσαν και τις αναδείκνυαν,  αναπτύσσοντας τη θεματική του περιβάλλοντος. Όμως, ρητορικά μόνο μέχρι σήμερα έχει συντελεστεί αυτή η αλματώδης πρόοδος.

 

Είναι ανάγκη να δούμε τις έννοιες ολοκληρωμένα, να συγκροτήσουμε ένα πράσινο σχέδιο και κατόπιν να προσδιορίσουμε τους συντελεστές του συνεργατικά, με όρους μιας αμοιβαίας αναγνώρισης και δικτύωσης και με όρους συμμετοχικούς, ώστε να σχηματιστεί ένα πεδίο με Μέντορες του πράσινου μετασχηματισμού ή της πράσινης καμπής, αυτού του πράσινου σχεδίου και αυτής της πράσινης λογικής των πραγμάτων.  Ίσως κάνουμε υπερβολική χρήση του πράσινου από ανάγκη να δώσουμε έμφαση και να εστιάσουμε την προσοχή στο κεντρικό σημείο των μελλοντικών αναγκών και εξελίξεων στον τομέα του περιβάλλοντος.

Μεταξύ των άλλων, η επιχειρησιακή επάρκεια για το περιβάλλον πρέπει να στοχεύει στην αντιμετώπιση των συγκρούσεων, καθώς το περιβάλλον μπορεί εύκολα να γίνει ο αποδιοπομπαίος τράγος μιας αντίστροφης προπαγάνδας, που θα μοχλεύει την φτώχεια, την ένδεια και την κρίση. σε πολιτικό επίπεδο. Ακόμη περισσότερο, προσεγγίζοντας το θέμα αυτό στην παγκόσμια διάστασή του, μπορούμε να καταλάβουμε, πώς χώρες όπως αυτές των αναδυόμενων οικονομιών, δεν μπορούν να συγκλίνουν συνολικά στα ζητήματα της πράσινης ανάπτυξης με τις πολιτικές όπως αυτές αναπτύσσονται στην Ε.Ε. 

Ένα ακόμη σημείο ανάγκης για επιχειρησιακή επάρκεια συνδέεται με την ανάπτυξη μιας συλλογικής κουλτούρας που δεν θα αφήσει το περιθώριο για ένα πράσινο καπέλωμα από τις ηγετικές ελίτ. Το πράσινο σχέδιο πρέπει να προωθηθεί με ένα δημοκρατικό βάθος. Να έχει απ' αρχής δημοκρατικές διαστάσεις και να αντιμετωπίσει παράλληλα τις γραφειοκρατικές ή άλλες αγκυλώσεις νοοτροπιών και συμπεριφορών με ένα αποτελεσματικό τρόπο.

Το καινοτομικό πεδίο για την πράσινη ανάπτυξη τελικά απαιτεί ένα νέο πλαίσιο, νέες νοοτροπίες και συμπεριφορές και ένα ολοκληρωμένο συμμετοχικό παράδειγμα.                                    

Το κύριο πρόβλημα στη χώρα μας είναι ότι έχουν παραμείνει ανεκμετάλλευτα περιβαλλοντικά πεδία απόλυτου πλεονεκτήματος. Πεδία που αποτελούν αναπτυξιακά απόλυτο πλεονέκτημα. Αυτό συμβαίνει επειδή δεν θεωρείται το περιβάλλον ως θεμελιώδης και προσδιοριστική αξία. Το γεγονός πχ ότι έχουμε μια μοναδική και σπάνια βιοποικιλότητα σε σχέση με την Ευρώπη και την ευρύτερη περιφέρειά μας και το γεγονός επίσης ότι έχουμε ένα περιβαλλοντικό ανάγλυφο ιδιαίτερα ελκυστικό έχει απαξιωθεί στη συνείδησή μας αλλά και στην πρακτική μας και αυτό μαρτυρείται π.χ. με το γεγονός ότι όλες οι αισθητικά ελκυστικές τοποθεσίες είναι χώροι ανεξέλεγκτης απόθεσης απορριμμάτων.  

Έτσι λανθάνουν τα απόλυτα και τα συγκριτικά πλεονεκτήματα, δεν αξιοποιούνται σε σχέση με την ποιότητα των προϊόντων και των υπηρεσιών και μ' αυτό τον τρόπο καθίσταται δυσχερής η περιβαλλοντική μόχλευση της οικονομίας μας.

Αντίθετα, η Ελλάδα αναδεικνύει σημειολογικές επικοινωνιακά πράξεις σαν επίκεντρο της εστιάζοντας στο δέντρο και χάνοντας το δάσος δηλαδή την ανάγκη για μια συστηματική επιχειρησιακή προσέγγιση και ανάδειξη του περιβάλλοντος ως απόλυτου και συγκριτικού πλεονεκτήματος και ως προσδιοριστικού παράγοντα, για την ποιότητα της ζωής και τις απολαβές των τοπικών κοινωνιών της, γιατί το περιβάλλον φυσικά παραμένει κατά ένα μέρος του τμήμα  της πραγματικά άυλης και όχι φαντασιακής οικονομίας, της έξω-λογιστικής οικονομίας, που όμως αντανακλά απευθείας στην υγεία και στην ποιότητα της ζωής μας.

Οδεύοντας όλο και πιο πολύ προς μια εξειδίκευση και στην ολοκλήρωση των πολιτικών για το περιβάλλον θα πρέπει να θέσουμε το ερώτημα κατά πόσον αυτή η εξειδίκευση θα αποδυναμώσει το περιβάλλον, αν δεν φροντίσουμε ταυτόχρονα να ενσωματώσουμε την περιβαλλοντική συνιστώσα σε κάθε πολιτική και σε κάθε κυβερνητικό θεσμό και αν δεν τη διαχύσουμε ως συλλογική κουλτούρα πια στο σύνολο της κοινωνίας και της αγοράς.          

Σημειώνουμε, ακόμη, ότι το περιβάλλον και υπό αυτή την έννοια το αίτημα για αειφορία και πράσινη ανάπτυξη, όπως το προσεγγίσαμε στο βιβλίο «Πράσινη Καμπή», είναι  ενταγμένο σε μια ολιστική αλλαγή του πολιτισμού και του ανθρώπου στον 21ο αιώνα.


*Γιάννης Ζήσης, Δημοσιογράφος-Συγγραφέας

Μέλος της ΜΚΟ Σόλων