ΟΙΚΟΛΟΓΙΚΟ ΚΙΝΗΜΑ ΚΑΙ "ΟΙΚΟΛΟΓΟΙ-ΠΡΑΣΙΝΟΙ" 

Tου Γιάννη Σχίζα*

Στο μακρινό παρελθόν -και όχι μόνο- ο παλαιοκομμουνισμός επιχείρησε να εμφανισθεί ως μοναδικός εκφραστής του εργατικού και λαϊκού κινήματος. Κι ακόμη επιχείρησε να «εξώσει» τις πολιτικές που αμφισβητούσαν το συγκεκριμένο μονοπώλιο διαμεσολάβησης. Στη πορεία βέβαια απέτυχε, υποχρεώθηκε να συνυπάρξει με τις άλλες πολιτικές εκφράσεις του κόσμου της εργασίας, μάλιστα δε να αναγνωρίσει το λαϊκό δυναμικό που εγκλείονταν ακόμη και στις πλέον αντίπαλες παρατάξεις -φερ' ειπείν του τύπου «λαϊκή δεξιά».

Σήμερα η «λανθάνουσα γλώσσα» πολλών ΜΜΕ δεν απηχεί την αλήθεια όταν ταυτίζει τους εν γένει οικολόγους ή ανθρώπους οικολογικής ευαισθησίας, με τους «οικολόγους πράσινους» (ΟΠ). Και μάλιστα όταν αναγνωρίζει το κόμμα των ΟΠ ως αποκλειστικό διαμεσολαβητή μεταξύ του «οικολογικού αιτήματος» της κοινωνίας και της κεντρικής πολιτικής σκηνής. Θα μπορούσαμε φυσικά να πούμε ότι πρόκειται περί λάθους και το πράγμα θα τελείωνε εκεί, αν στο όλο επικοινωνιακό καταπότιο δεν περιλαμβανόταν και μια δόση παραπλάνησης: της παραπλάνησης που κάποτε δηλώνεται άκομψα από παράγοντες των ΟΠ, όταν μας πληροφορούν «ότι εμείς στο διεθνές οικολογικό κίνημα κάνουμε έτσι ή αλλιώς κ.λπ».

Σήμερα η στρατηγική επιδίωξη ενός άλλου περιβάλλοντος, μιας άλλης διαχείρισης των φυσικών πόρων, μιας «οικολογικότερης τάξης πραγμάτων» στην κοινωνία και στην οικονομία, έχει εγγραφεί στις προθέσεις μικρών και μεγάλων πολιτικών σχηματισμών, σε διαφορετικό βάθος και πλάτος.

Οι ΟΠ θα μπορούσαν να αναζητήσουν την υπέρ αυτών «ειδοποιό διαφορά» είτε με την κινηματική τους παρέμβαση είτε με την επέμβαση στα μεγάλα πολιτικά μέτωπα της εποχής. Όμως η προσωπική πείρα του γράφοντος αλλά και η ανάλυση των πολιτικών τους εξωτερικεύσεων, πείθει για το εντελώς αντίθετο.

Σιωπή για τα μεγάλα υπαρξιακά θέματα...

Οι ΟΠ σιωπούν για τα μεγάλα «υπαρξιακά» θέματα της Ελλάδας και της Ευρώπης, ή δεν δίνουν την προτεραιότητα που αυτά αξιώνουν. Η απειλή του casus belli υποψήφιας χώρας στην Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ) (Τουρκίας) έναντι κράτους-μέλους (Ελλάδας) κι ακόμη η κατοχή κυπριακού εδάφους από τον τουρκικό στρατό, περνάει «στο ντούκου» από τους υποτιθέμενους πρωτοπόρους της πολιτικής σκηνής, οι οποίοι προτιμούν να συμπαρατάσσονται με τους «συνήθεις» ρεαλιστές των «μέσων όρων» και των «συσχετισμών δύναμης». Οι ΟΠ σε μεγάλο βαθμό συναινούν με τις εσωτερικές και διεθνείς δυνάμεις που κατακυρώνουν το όνομα «Μακεδονία» στους Σλαβομακεδόνες επιθετιστές -συνήθως με το κομφορμιστικό και αγοραίο επιχείρημα ότι η συντριπτική διεθνής πλειοψηφία τάσσεται υπέρ αυτής της ονοματοδότησης.

Εξάλλου οι ΟΠ , που συναίνεσαν σε μεγάλο βαθμό με το γνωστό εγχείρημα Ανάν (Annan) για την κατεδάφιση της κυπριακής δημοκρατίας (2004), παρακολουθούν απαθείς τις ανακαινισμένες προσπάθειες Χριστόφια-Ταλάτ (Talat) και τα κομψολογήματα του τύπου «άρση του ευρωπαϊκού κεκτημένου» στην περίπτωση της Κύπρου...

Περνώντας στην ευρωπαϊκή κλίμακα, η χλιαρή στάση των Ευρωπαίων «πρασίνων» έναντι της αμερικανικής ηγεμονίας και η συμπεριφορά τους ως δυνάμεων του light ευρωπαϊσμού, συνδυάζεται με την υποτακτική και «παραγοντίστικη» σχέση των ημετέρων ΟΠ έναντι των «μεγάλων αδελφών». Από το 1999 και μετά, η στάση των Ευρωπαίων «πρασίνων» δοκιμάσθηκε και κρίθηκε σε μία σειρά από καταστάσεις, αρχής γενομένης από τους βομβαρδισμούς στη Γιουγκοσλαβία και φτάνοντας δια μέσου των επεμβάσεων στο Αφγανιστάν και στο Ιράκ στην απόσπαση του Κοσόβου από τη Σερβία με αθέμιτα μέσα.

Η αντιπρόεδρος των Γερμανών πρασίνων κ. Κλαούντια Ροτ (Claudia Roth) επισκέφθηκε τη κατεχόμενη βόρεια Κύπρο χωρίς να επικοινωνήσει με τη νόμιμη κυβέρνηση του νησιού, οι Ευρωπαίοι «πράσινοι» κατήγγειλαν την Ελλάδα ως ταραχοποιό χώρα με αφορμή το θέμα του ονόματος της Μακεδονία.

Με μόνη την εξαίρεση του Γιόσκα Φίσερ (Joschka Fischer), που τόλμησε κάποτε να δηλώσει κάτι «χαριτωμένο» σχετικά με την εμμονή των Αμερικανών στην ευρωπαϊκή πορεία της Τουρκίας, οι ευρωπράσινοι περιορίστηκαν να παρακολουθούν τις παρεμβάσεις των Αμερικανών στο ευρωπαϊκό γίγνεσθαι χωρίς να τολμά ούτε ένας απο αυτούς να αντικρούσει τους παρεμβασίες: χωρίς ούτε ένας να δηλώνει στον Μπους (Bush) ή πρόσφατα στον Ομπάμα (Obama), ότι όσο η σχέση της πολιτείας της Αλαμπάμα με την πολιτεία της Ντακότα είναι θέμα των Αμερικανών , άλλο τόσο και οι ενδοευρωπαϊκές σχέσεις είναι θέμα των Ευρωπαίων...

Ευτελισμός των δημοψηφισμάτων...

Τα πράγματα γίνονται ακόμη χειρότερα όταν ανεβαίνουμε στο «ρετιρέ» της ευρωπράσινης πολιτικής. Εδώ, ελλείψει μιας σοβαρής εσωκομματικής αντιπολίτευσης, ο ανεκδιήγητος Κον Μπεντίτ (Cohn Bendit), πρόεδρος των πρασίνων της Ευρώπης, μπορεί να συνεχίζει την φιλονεοταξική πολιτική του, την πολιτική της πρόσδεσης της Ευρώπης στους αμερικανονατοϊκούς σχεδιασμούς και στην περικύκλωση της Ρωσικής Ομοσπονδίας. Ο ίδιος μπορεί να θεωρεί ως κατόρθωμα την ανακίνηση νέου δημοψηφίσματος για το ευρωσύνταγμα στην Ιρλανδία -που ακυρώνει το μόλις περυσινό δημοψήφισμα (!) και το υποβαθμίζει σε διαδικασία παραγωγής αποφάσεων νομαρχιακού συμβουλίου....

Αξιοσημείωτη είναι η πρόσφατη συνέντευξη που έδωσε στην εφημερίδα «λε μοντ», όπου αναφέρεται στην υποψηφιότητα του ως ευρωβουλευτή και όπου δηλώνει εμμέσως πλην σαφώς την απροθυμία του να συνεισφέρει σε ένα αντικυβερνητικό μέτωπο εναντίον του Σαρκοζί (Sarkozy). Και ενώ όλα αυτά γίνονται γνωστά και εγείρουν το ζήτημα των ευθυνών όλων των συνιστωσών του ευρωπαϊκού πράσινου κινήματος, οι «δικοί μας» ΟΠ συνεχίζουν απτόητοι, αφενός να απεκδύονται πάσης ευθύνης για τα πεπραγμένα του ευρύτερου σχήματος και αφετέρου να «κοκορεύονται» για την ιδιότητα του αποκλειστικού εν Ελλάδι αντιπροσώπου!

Οι ΟΠ στερούνται προφανώς του θάρρους των «οικολόγων-περιβαλλοντιστών» της Κύπρου, που αντιστάθηκαν σθεναρά στα σχέδια άλωσης της κυπριακής δημοκρατίας το 2004. Και ενώ η παρουσία τους σε διάφορες κινηματικές καταστάσεις όπως είναι ο Υμηττός, η περίπτωση της Γκιώνας , το πάρκο Κύπρου και Πατησίων κ.λπ είναι υποτονική, αξιώνουν μια δυσανάλογη προβολή της συμβολής τους και μάλιστα με την αξιοποίηση διαφόρων διεθνών παραγόντων.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα ήταν η πρόσφατη συνέντευξη που έδωσαν στις Βρυξέλλες για τον Ασωπό ποταμό, όπου προφανώς εξυπηρέτησαν το δικό τους «θεαθήναι» και «ακουσθήναι» και όχι τη προβολή της ευρύτερης αγωνιστικής συσπείρωσης πολιτών γύρω από το ίδιο θέμα.

Η ιδέα της εναπόθεσης ζωτικών θεμάτων στη διαχείριση διεθνών λόμπυ έχει αποφέρει πικρούς καρπούς σε χώρες όπως η Ελλάδα -που μέχρι πριν λίγους μήνες, λόγου χάρη, παραμυθιάζονταν με την υπόθεση της αντιμετώπισης των ελληνοτουρκικών διαφορών μέσω του «φιλελληνικού διδύμου» Ομπάμα-Μπάιντεν (Biden)... Αυτή ακριβώς η συμβατική πολιτική διακατέχει πολλούς από τους ΟΠ, οι οποίοι θεωρούν ότι τα «μέσα» στις Βρυξέλλες υπερέχουν σε αποτελεσματικότητα έναντι των κοινωνικών αγώνων για την προβολή και αντιμετώπιση διαφόρων προβλημάτων.

Το σχήμα των ΟΠ εκφέρει απόψεις απλοϊκές σε ζητήματα όπως η οικονομία και επιδίδεται σε μια κοινή εντυπωσιοθηρική πολιτική, άλλοτε επιστρατεύοντας στο ευρωψηφοδέλτιό του καλλιτεχνικούς παράγοντες που θέλουν πάση θυσία να ακούγονται και άλλοτε πλειοδοτώντας σε ζητήματα όπως η ψήφος των δεκαεξάρηδων. Δικαίωμά του βεβαίως να είναι αυτό που είναι. Όμως είναι δικαίωμα όλων όσων πίστεψαν στην ιδέα μιας «εναλλακτικής οικολογίας», πέρα από τις λογικές της κατάληψης των χειμερινών ανακτόρων ή πέρα από τα τερτίπια της συμβατικής και αγοραίας πολιτικής, να διεκδικούν την έκφραση της οικολογικής ευαισθησίας.

Να είναι κι αυτοί αυτό που είναι, ανεπηρέαστοι από οποιονδήποτε πολιτικό εκβιασμό...

*Ο Γιάννης Σχίζας είναι εκδότης του περιοδικού «Οικολογείν».