Η ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΟΛΗ

Από τον Γιώργο Μαυρουλέα

Α΄ ΜΕΡΟΣ

Η σημερινή πόλη (και δυστυχώς αυτό ισχύει για τις περισσότερες ελληνικές πόλεις και όχι μόνο για την Αθήνα) έχουν υποστεί μια πρωτοφανή αλλοτρίωση στην ταυτότητά τους. Και είναι να απορεί κάποιος πως καταφέρνουν ορισμένοι να λειτουργούν τόσο καταστροφικά για τον τόπο τους που υποτίθεται ότι τον αγαπούν.

 

Ας πάρουμε δύο χαρακτηριστικά παραδείγματα. Το πρώτο είναι η Ερμούπολη της Σύρου. Μια όμορφη πόλη με δύο βασικά αρχιτεκτονικά στοιχεία: το νεοκλασικό ιδιαίτερο στυλ της και τα στενά σοκάκια καθώς όταν χτίστηκε δεν υπήρχαν αυτοκίνητα.

Εδώ και τέσσερις δεκαετίες οι ανάγκες επέκτασης της πόλης οδήγησε σε μία επέκτασή της κυρίως προς την νότια πλευρά της που όπως σε όλες σχεδόν τις άλλες πόλεις της Ελλάδας έγινε άναρχα και  με απουσία ορίων  οικισμού. Όποιος είχε ένα οικόπεδο εντός της πόλης μπορούσε να χτίσει και μάλιστα χωρίς κάποια ιδιαίτερη αρχιτεκτονική φόρμα και όποιος είχε αγροτεμάχιο άνω των 4 στρεμμάτων μπορούσε να χτίσει ακόμα και εκτός των ορίων της πόλης.

Δεν είχε σημασία αν θα χρησιμοποιούσε βόθρους και μάλιστα απορροφητικούς, χωρίς δηλαδή στοιχειώδεις υποδομές. Ούτε είχε σημασία αν δεν υπήρχε ηλεκτρικό ρεύμα ή νερό στην περιοχή. Με μία αίτηση στήνονταν οι κολώνες της ΔΕΗ με τα εναέρια καλώδια, καταστρέφοντας το τοπίο.

Το σημαντικότερο είναι πως πολλά από τα οικήματα αυτά ήταν και είναι εξοχικά και μάλιστα ανθρώπων που δεν κατάγονται από τη Σύρο. Ανθρώπων δηλαδή της Αθήνας που ζητούν την απομόνωση και την ξεκούραση σε ένα όμορφο τοπίο. Αλλά η Ερμούπολη δεν υπήρξε ποτέ μια πόλη της απομόνωσης.

Έτσι τα χωράφια γύρω από την Ερμούπολη έχουν γεμίσει με οικήματα μιας αρχιτεκτονικής αντίληψης που μιμείται (οικτρά κατά την υποκειμενική μου αντίληψη) ένα κυκλαδίτικο στυλ που σε καμία περίπτωση δεν είναι ίδιο με αυτό της παλιάς πόλης.

Το τοπίο κατακερματίζεται  μέσα από την τμηματική αλλά εκτεταμένη τσιμεντοποίησή του. Έτσι η αισθητική του αρμονία καταστρέφεται. Ένα τοπίο μικρής κλίμακας υφίσταται μια επέκταση της πόλης σε μεγάλη κλίμακα.

Άλλο χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η Μυτιλήνη. Εδώ η πόλη επεκτάθηκε επίσης με γρήγορους ρυθμούς αλλά το μεγάλο μέγεθος του νησιού δεν αφήνει την εντύπωση μιας ολικής καταστροφής του τοπίου γύρω από την πόλη.  Όμως η πόλη έχει χάσει τη λειτουργικότητά της.

Το αυτοκίνητο και η συγκοινωνιακή συμφόρηση έχει καταστρέψει την ποιότητα ζωής των κατοίκων της και την έχει υποβαθμίσει. Μια μικρή Αθήνα πάνω σε ένα νησί. Και εδώ η δίχως ένα στοιχειώδη χωροταξικό σχεδιασμό ανάπτυξη της πόλης κατέστρεψε την ταυτότητά της και αυτό που αρχικά φαινόταν ότι οδηγεί στην ευμάρεια των κατοίκων της, τελικά οδήγησε στη  μείωσή της.

Τα παραπάνω παραδείγματα είναι χαρακτηριστικά αυτού που συνέβη σε όλη τη χώρα. Αυτή η έλλειψη σχεδιασμού, η υιοθέτηση και τήρηση προδιαγραφών, η αδιαφορία (όχι μόνο σε θεσμικό επίπεδο αλλά και στο επίπεδο του πολίτη ως προς την αισθητική και τη λειτουργικότητα της πόλης του) καταδεικνύει κυρίως ένα πρόβλημα νοοτροπίας της σύγχρονης ελληνικής κοινωνίας που εκφράζεται μέσα από μια παρακμιακή αντίληψη της ανάπτυξης.  [Η ανάπτυξη που δε συνοδεύεται από ποιότητα και όραμα, που δεν περιέχει ένα στοιχειώδη σχεδιασμό δεν μπορεί παρά να εμπεριέχει τα σπέρματα της καταστροφής].

Η Ελλάδα είναι πράγματι μια πολύ όμορφη χώρα και το ελληνικό τοπίο έχει μια μοναδική ποικιλία που σπάνια τη συναντάς. Αυτή η ποικιλία καταστρέφεται από την  καταθλιπτική και τερατώδη τσιμεντοποίηση που συντελέσθηκε ή συντελείται άναρχα.

(Πηγή: http://solon.org.gr/, Ημερομηνία Δημοσίευσης: 06 Οκτωβρίου 2009)

 

B΄ ΜΕΡΟΣ

Μέσα από την καταστροφή του περιαστικού τοπίου η πόλη χάνει ένα σημαντικό αισθητικό ατού και συνεπώς σημαντικό ποσοστό από το τουριστικό της ενδιαφέρον.

Άρα αυτό που προσωρινά θεωρείται αναπτυξιακό, δηλαδή η επέκταση της πόλης στον περιαστικό χώρο κατατρώγοντας το τοπίο, έχει αμέσως-αμέσως μια αντιαναπτυξιακή (οικονομική) παράμετρο, η οποία σε βάθος χρόνου τείνει να ισοφαρίσει και να υπερκεράσει την αναπτυξιακή δυναμική που προσφέρει η επέκταση.

Η αντιαναπτυξιακή όμως παράμετρος του τουρισμού δεν είναι η μοναδική. Όταν μια πόλη επεκτείνεται άναρχα σε χώρους όπου δεν υπάρχουν υποδομές, οι αρχές αναγκάζονται να τις δημιουργήσουν αργότερα με πολλαπλάσιο κόστος ενώ μερικές δε μπορούν να δημιουργηθούν καθώς οι ήδη δομημένοι χώροι δεν το επιτρέπουν.

Ας φέρουμε μερικά παραδείγματα για να γίνει το σημείο αυτό πιο κατανοητό. Ας πάρουμε τη χαρακτηριστική εικόνα αυτού που συνέβαινε ή συμβαίνει στη σύγχρονη ελληνική πόλη:  Δημιουργείται αρχικά μια γειτονιά στην περίμετρο της πόλης και μετά οι αρχές αναγκάζονται να δημιουργήσουν υποδομές. Οι υποδομές αυτές αφορούν σχολεία, πλατείες, δρόμους και πεζοδρόμια, ΔΕΗ, ΟΤΕ, αποχετευτικό δίκτυο, δίκτυο ομβρίων, συγκοινωνιακές γραμμές, παιδικές χαρές, δημοτικά ή κρατικά κτίρια κλπ.

Όλα αυτά βέβαια με πολλαπλάσιο κόστος που θα μπορούσε να έχει αποφευχθεί αν οι υποδομές είχαν δημιουργηθεί και δοθεί από την αρχή έτσι ώστε όποιος θα ήθελε ή θέλει να χτίσει να μπορεί να συνδεθεί ή να εξυπηρετηθεί με και από αυτές τις υποδομές, πέρα από το δεδομένο ότι πάντα αυτές θα υπολείπονται των αναγκών αφού το ήδη δομημένο περιβάλλον δε θα επιτρέπει, σε πολλές περιπτώσεις, την κατασκευή τους.

Για να αντιληφθούμε πόσο μεγαλύτερο είναι το κόστος της έλλειψης σχεδιασμού και της εκ των υστέρων προσπάθειας δημιουργίας υποδομών, ας αναλογιστούμε πόσες φορές μεγαλύτερη είναι η αντικειμενική αξία ενός οικοπέδου που θα πρέπει να απαλλοτριωθεί για να κατασκευασθεί πχ μια πλατεία σε ένα δομημένο αστικό περιβάλλον και πόση σε ένα μη δομημένο.

Η έλλειψη λοιπόν (μέχρι πρόσφατα χωροταξικού σχεδιασμού) κατέστρεψε τις περισσότερες πόλεις μας. Αυτές επεκτάθηκαν σε όλα τα σημεία της περιμέτρου (των πόλεων) και όχι εστιασμένα και προσχεδιασμένα. Άρα και οι υποδομές που απαιτούνται είναι περισσότερες (αφού οι κατοικίες βρίσκονται διάσπαρτες στο χώρο) από αυτές που ο ίδιος πληθυσμός θα χρειαζόταν, προκειμένου να εξυπηρετηθεί, αν ήταν εστιασμένη η επέκταση σε προσχεδιασμένο συγκεκριμένο χώρο -τμήματος της περιμέτρου της πόλης.

Αλλά η άναρχη δόμηση οδηγεί και στην απώλεια της ταυτότητας της πόλης. Αυτό συμβαίνει κυρίως για αυτονόητους λόγους που η επέκταση της χρήσης κυρίως του αυτοκινήτου (αφού ακόμα και η ανάπτυξη των μέσων μαζικής μετακίνησης σε ένα άναρχα δομημένο αστικό χώρο καθίσταται αδύνατη. Πώς να φτιάξεις φαρδείς δρόμους ή γραμμές τραμ ή σταθμούς μετρό ή χώρους για παρκινγκ που θα διευκόλυναν τη μετακίνηση των λεωφορείων κλπ;).

Οι πολίτες κλείνονται στα σπίτια τους ως μόνη διέξοδο αφού η πόλη δεν τους επιτρέπει τη μετακίνηση. Πώς να μετακινηθείς σε μια πόλη όπου το κυκλοφοριακό καταβροχθίζει το λιγοστό ελεύθερο χρόνο στα μποτιλιαρίσματα ή διαλύει το νευρικό σύστημα των οδηγών;  Μια πόλη όμως όπου οι πολίτες ιδιωτεύουν έστω και αναγκαστικά, εγκλωβισμένοι στα σπίτια τους, καταστρέφει  σταδιακά την ταυτότητά της. Η πόλη δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι είναι οι κάτοικοί της και την ταυτότητά της είναι αυτοί που τη δημιουργούν.

Γιώργος Μαυρουλέας, πολιτικός επιστήμονας

Πρόεδρος του ΠΣΕΜ (Πανελλήνιος Σύνδεσμος Εταιριών Μόνωσης),

Μέλος της ΜΚΟ Σόλων, Αυτό το ηλεκτρονικό μήνυμα προστατεύεται από spam bots, θα πρέπει να έχετε ενεργοποιημένη τη Javascript για να το δείτε

(Πηγή: http://solon.org.gr/, Ημερομηνία Δημοσίευσης: 08 Οκτωβρίου 2009)